Ανάλυση του Ινστιτούτου Bruegel: Τρεις επιλογές για να απαντήσει η Ε.Ε στους δασμούς του Τραμπ
Έτοιμη να περάσει στην αντεπίθεση η Ε.Ε
Οι δασμοί 20% που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ στην ΕΕ αναμένεται ότι θα επηρεάσουν το 70% των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαινεται ότι προετοιμάζει να απαντήσει στην επιβολή δασμών του Ντόναλντ Τραμπ, που θα προκαλέσουν στην Ένωση «ζημιές» 750 δισ. ευρώ στα επόμενα τέσσερα χρόνια σύμφωνα με το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο (IW).
Οι δασμοί 20% που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ στην ΕΕ αναμένεται ότι θα επηρεάσουν το 70% των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ εκτιμά η Κομισιόν με τις Βρυξέλλες - αν και διατηρούν ως βασικό στόχο τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων - να εμφανίζονται έτοιμες να απαντήσουν στην πιο εκτεταμένη επίθεση στο ελεύθερο εμπόριο από τη δεκαετία του 1930, που μπορεί να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση, όπως εκτιμά η JP Morgan.
Σύμφωνα με την δεξαμενή σκέψης Bruegel τρεις είναι οι επιλογές της ΕΕ καθώς ζυγίζει τα αντίμετρά της:
Σύμφωνα με το Bruegel η πρώτη επιλογή έχει το πλεονέκτημα ότι έχει το μικρότερο οικονομικό κόστος, αν σταματήσουν εκεί τα πράγματα. Αλλά είναι λίαν πιθανό να εκληφθεί από τον Λευκό Οίκο ως ένδειξη συνθηκολόγησης, ωθώντας την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει νές παραχωρήσεις από την ΕΕ, όχι μόνον επειδή θα είχε καταγάγει μια νίκη χωρίς αντίσταση, αλλά και λόγω του ότι τυχόν νέες ευρωπαϊκές επενδύσεις στις ΗΠΑ για την αποφυγή δασμών σε συνδυασμό με φορολογικές ελαφρύνσεις θα διαιωνίσουν το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ θα βρεθεί αντιμέτωπη με ατελείωτους εμπορικούς πολέμους.
Όμως και τα στοχευμένα μέτρα της δεύτερης επιλογής θα εκληφθούν, πιθανώς, ως ένδειξη αδυναμίας και φόβου της ΕΕ για έναν εμπορικό πόλεμο. Σε αυτή την περίπτωση θα αρκούσε για τον Τραμπ να απαντήσει με μια ισχυρή, αλλά περιμένει κλιμάκωση για να αναγκάσει την ΕΕ να κάνει πίσω. Αυτό είχε συμβεί με τους ευρωπαϊκούς δασμούς στο αμερικανικό ουίσκι, όταν οι ΗΠΑ απείλησαν να επιβάλουν δασμούς 200% στα ευρωπαϊκά οινοπνευματώδη. Όπως και να έχει, λέει η δεξαμενή σκέψης, τα στοχευμένα μέτρα δεν αποτελούν την ιδανική λύση, αφού είτε η ΕΕ θα αποσύρει τους δασμούς της και θα επιστρέψει στην πρώτη επιλογή, είτε θα κινηθεί προς την τρίτη.
Σε περίπτωση που η ΕΕ καταλήξει σε αυτή τη λύση, τα αντίποινα θα πρέπει να είναι αναλογικά και προσαρμόσιμα (προς τα πάνω και προς τα κάτω_ και θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν και τις υπηρεσίες. Πάντως οι δασμοί της ΕΕ θα είχαν άμεσο και υψηλό κόστος για όλους, αλλά θα μπορούσαν να τεθούν σταδιακά σε ισχύ για να έχουν οι εισαγωγείς τον χρόνο να βρουν υποκατάστατα. Ακόμη θα μπορούσαν να εξαιρεθούν συγκεκριμένα αμερικανικά προϊόντα (επί παραδείγματι συγκεκριμένα φάρμακα και ενδιάμεσα προϊόντα και πρώτες ύλες, που είναι δύσκολο να αντικατασταθούν) ώστε να περιοριστεί το κόστος για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Την ώρα που και άλλες χώρες ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Κίνας, που απάντησε με δασμούς 34% στα αμερικανικά προϊόντα σε εκείνους του Τραμπ, ο αντίκτυπος στην αμερικανική οικονομία μπορεί να είναι σημαντικός, ιδίως σε μια περίοδο που μέσα σε μόλις δύο μήνες εξανεμίστηκε το ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον που κληροδότησε ο Τζο Μπάιντεν στη νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Η συρρίκνωση των αμερικανικών εξαγωγών, ο αρνητικός αντίκτυπος των δασμών στην εμπιστοσύνη επενδυτών και καταναλωτών και νέες βουτιές του χρηματιστηρίου της Γουόλ Στριτ θα μπορούσαν να ωθήσουν σε επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας, όπως προειδοποιεί η FED, ή ακόμη και σε ύφεση. Κι ακόμη κι αν ο Τραμπ δεν δείχνει προς το παρόν διατεθειμένος να κάνει πίσω, η δημοτικότητά του σε θέματα διαχείρισης της οικονομίας βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο και υπό το φόβο περαιτέρω καταποντισμού της ίσως εξωθηθεί σε πραγματικές διαπραγματεύσεις.
«Το να κλίνει το γόνυ προ ενός τυράννου το πιθανότερο είναι ότι θα τον ενθαρρύνει να ζητήσει περισσότερα. Ως εκ τούτου, αν ο στόχος είναι ο τερματισμός το ταχύτερο δυνατόν μιας καταστροφικής οικονομικά σύγκρουσης, η ΕΕ θα πρέπει να διακινδυνεύσει να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο στην επιθετικότητα των αμερικανικών δασμών» καταλήγει το γερμανικό ινστιτούτο.
Οι δασμοί 20% που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ στην ΕΕ αναμένεται ότι θα επηρεάσουν το 70% των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ εκτιμά η Κομισιόν με τις Βρυξέλλες - αν και διατηρούν ως βασικό στόχο τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων - να εμφανίζονται έτοιμες να απαντήσουν στην πιο εκτεταμένη επίθεση στο ελεύθερο εμπόριο από τη δεκαετία του 1930, που μπορεί να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση, όπως εκτιμά η JP Morgan.
Σύμφωνα με την δεξαμενή σκέψης Bruegel τρεις είναι οι επιλογές της ΕΕ καθώς ζυγίζει τα αντίμετρά της:
- Να μην προχωρήσει σε αντίποινα και να επιδιώξει μέσω διαπραγματεύσεων με τον Λευκό Οίκο μειώσεις δασμών και εξαιρέσεις, ίσως προσπαθώντας να περιορίσει τον αντίκτυπο των νέων μέτρων του Τραμπ μέσω νομισματικής πολιτικής.
- Να απαντήσει με στοχευμένα μέτρα, όπως εκείνα που είχε λάβει η Κομισιόν αντιδρώντας στους δασμούς 25% σε χάλυβα και αλουμίνιο που είχε επιβάλει πριν τις 2 Απριλίου ο Αμερικανός πρόεδρος με στόχο να πληγεί η παραγωγή σε ελεγχόμενες από τους Ρεπουμπλικανούς πολιτείες και σε εταιρείες που συνδέονται με την κυβέρνηση Τραμπ.
- Να θέσει σε ισχύ αναλογικά αντίμετρα για τα περισσότερα εισαγόμενα αμερικανικά προϊόντα ενεργοποιώντας παράλληλα το Εργαλείο κατά του Οικονομικού Εκβιασμού της ΕΕ, που αποτελεί πλαίσιο για την κλιμάκωση της αντίδρασης της Ένωσης σε έξωθεν οικονομική πίεση.
Τα υπέρ και τα κατά της κάθε επιλογής
Σύμφωνα με το Bruegel η πρώτη επιλογή έχει το πλεονέκτημα ότι έχει το μικρότερο οικονομικό κόστος, αν σταματήσουν εκεί τα πράγματα. Αλλά είναι λίαν πιθανό να εκληφθεί από τον Λευκό Οίκο ως ένδειξη συνθηκολόγησης, ωθώντας την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει νές παραχωρήσεις από την ΕΕ, όχι μόνον επειδή θα είχε καταγάγει μια νίκη χωρίς αντίσταση, αλλά και λόγω του ότι τυχόν νέες ευρωπαϊκές επενδύσεις στις ΗΠΑ για την αποφυγή δασμών σε συνδυασμό με φορολογικές ελαφρύνσεις θα διαιωνίσουν το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ θα βρεθεί αντιμέτωπη με ατελείωτους εμπορικούς πολέμους.Όμως και τα στοχευμένα μέτρα της δεύτερης επιλογής θα εκληφθούν, πιθανώς, ως ένδειξη αδυναμίας και φόβου της ΕΕ για έναν εμπορικό πόλεμο. Σε αυτή την περίπτωση θα αρκούσε για τον Τραμπ να απαντήσει με μια ισχυρή, αλλά περιμένει κλιμάκωση για να αναγκάσει την ΕΕ να κάνει πίσω. Αυτό είχε συμβεί με τους ευρωπαϊκούς δασμούς στο αμερικανικό ουίσκι, όταν οι ΗΠΑ απείλησαν να επιβάλουν δασμούς 200% στα ευρωπαϊκά οινοπνευματώδη. Όπως και να έχει, λέει η δεξαμενή σκέψης, τα στοχευμένα μέτρα δεν αποτελούν την ιδανική λύση, αφού είτε η ΕΕ θα αποσύρει τους δασμούς της και θα επιστρέψει στην πρώτη επιλογή, είτε θα κινηθεί προς την τρίτη.
Σε περίπτωση που η ΕΕ καταλήξει σε αυτή τη λύση, τα αντίποινα θα πρέπει να είναι αναλογικά και προσαρμόσιμα (προς τα πάνω και προς τα κάτω_ και θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν και τις υπηρεσίες. Πάντως οι δασμοί της ΕΕ θα είχαν άμεσο και υψηλό κόστος για όλους, αλλά θα μπορούσαν να τεθούν σταδιακά σε ισχύ για να έχουν οι εισαγωγείς τον χρόνο να βρουν υποκατάστατα. Ακόμη θα μπορούσαν να εξαιρεθούν συγκεκριμένα αμερικανικά προϊόντα (επί παραδείγματι συγκεκριμένα φάρμακα και ενδιάμεσα προϊόντα και πρώτες ύλες, που είναι δύσκολο να αντικατασταθούν) ώστε να περιοριστεί το κόστος για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Την ώρα που και άλλες χώρες ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Κίνας, που απάντησε με δασμούς 34% στα αμερικανικά προϊόντα σε εκείνους του Τραμπ, ο αντίκτυπος στην αμερικανική οικονομία μπορεί να είναι σημαντικός, ιδίως σε μια περίοδο που μέσα σε μόλις δύο μήνες εξανεμίστηκε το ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον που κληροδότησε ο Τζο Μπάιντεν στη νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Η συρρίκνωση των αμερικανικών εξαγωγών, ο αρνητικός αντίκτυπος των δασμών στην εμπιστοσύνη επενδυτών και καταναλωτών και νέες βουτιές του χρηματιστηρίου της Γουόλ Στριτ θα μπορούσαν να ωθήσουν σε επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας, όπως προειδοποιεί η FED, ή ακόμη και σε ύφεση. Κι ακόμη κι αν ο Τραμπ δεν δείχνει προς το παρόν διατεθειμένος να κάνει πίσω, η δημοτικότητά του σε θέματα διαχείρισης της οικονομίας βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο και υπό το φόβο περαιτέρω καταποντισμού της ίσως εξωθηθεί σε πραγματικές διαπραγματεύσεις.
Για ποιους λόγους η ΕΕ θα πρέπει να απαντήσει σκληρά στους δασμούς του Τραμπ
«Μπορεί να έχει βάση το επιχείρημα ότι θα πρέπει να αποφευχθεί ένας εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ, αλλά ο Τραμπ τον έχει ήδη ξεκινήσει και το πραγματικό ερώτημα είναι αν πρέπει η Ευρώπη να παραδοθεί αμαχητί προσβλέποντας στην απίθανη καλοσύνη του νικητή (και επικυρώνοντας την περιφρόνησή του για την αδύναμη και διχασμένη ΕΕ), ή αν θα πρέπει να περάσει στην αντεπίθεση, παραμένοντας παράλληλα ανοικτή σε διαπραγματεύσεις με στόχο την πραγματική αναζήτηση λύσης στον εμπορικό πόλεμο», σημειώνει το Bruegel στην ανάλυσή του.«Το να κλίνει το γόνυ προ ενός τυράννου το πιθανότερο είναι ότι θα τον ενθαρρύνει να ζητήσει περισσότερα. Ως εκ τούτου, αν ο στόχος είναι ο τερματισμός το ταχύτερο δυνατόν μιας καταστροφικής οικονομικά σύγκρουσης, η ΕΕ θα πρέπει να διακινδυνεύσει να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο στην επιθετικότητα των αμερικανικών δασμών» καταλήγει το γερμανικό ινστιτούτο.