Φουντώνει ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ: Ο κίνδυνος παγκόσμιας ύφεσης και οι προβλέψεις για νέο κύμα μειώσεων στα επιτόκια
Τι λένε οι κεντρικοί τραπεζίτες
Εκτιμήσεις ότι οι κεντρικές τράπεζες θα αναγκαστούν να παίξουν τα χαρτιά τους πιο νωρίς, καθώς ο εμπορικός πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ απειλεί την ανάπτυξη

Εξανεμίζονται μετά τις αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή επιπλέον δασμών οι ελπίδες κεντρικών τραπεζιτών όπως ο Άντριου Μπέιλι, ο Τζερόμ Πάουελ και η Κριστίν Λαγκάρντ ότι το δράμα των προγραμμάτων διάσωσης λόγω της πανδημίας του Covid και του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού είχε τελειώσει και σε μερικά χρόνια θα επικρατούσαν συνθήκες σταθερής οικονομικής ανάπτυξης. Ο Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε ένα παγκόσμιο «τσουνάμι» δασμών, αυξάνοντας τις εισφορές όλων των αγαθών που εισάγουν οι ΗΠΑ από τρίτες χώρες στο υψηλότερο επίπεδό ενός και πλέον αιώνα. Και οι συνέπειες του εμπορικού πολέμου που κήρυξε ο Αμερικανός πρόεδρος είναι ήδη ορατές.
Η επιθετική εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ τρόμαξε τους οικονομολόγους που μειώνουν πλέον τις προβλέψεις τους για την ανάπτυξη και αυξάνουν τις εκτιμήσεις για μια ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας. Η «βόμβα» του Τραμπ δεν θα μπορούσε να σκάσει σε χειρότερη συγκυρία, ειδικά για τις υπερχρεωμένες χώρες. Κι αυτό γιατί οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, εν μέσω των αυξανόμενων εκκλήσεων να δανειστούν περισσότερο προκειμένου να αυξήσουν τις δαπάνες για παροχές, υγειονομική περίθαλψη και άμυνα, τώρα θα χρειαστεί να στηρίξουν και τις οικονομίες τους.
Κι εδώ είναι που μπαίνουν στην εξίσωση οι κεντρικές τράπεζες. Ο Μάρτιν Γουίλ, πρώην μέλος της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής (MPC) της Τράπεζας της Αγγλίας, λέει ότι πριν από μια εβδομάδα πίστευε πως οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις θα εμπόδιζαν την κεντρική τράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου να μειώσει περαιτέρω τα επιτόκια της, στη συνεδρίαση που θα έχει τον επόμενο μήνα. Ωστόσο, όπως λέει, αυτό δεν ισχύει πλέον. Τώρα υποψιάζεται ότι η MPC θα μειώσει τα επιτόκια για να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της οικονομία, παρά τον κίνδυνο που ελλοχεύει οι δασμοί του Τραμπ να αναζωπυρώσουν τη «μάχη» για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. «Μπορεί να επιστρέψουν στη λογική λειτουργίας που επικράτησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας», λέει, εξάγοντας ότι «όταν φαίνεται πως η ζήτηση είναι ασθενική, χαλαρώνεις τη νομισματική πολιτική».
Ο Βίλεμ Μπούιτερ, επίσης πρώην μέλος της MPC, πιστεύει ότι η ενίσχυση της στερλίνας θα βοηθήσει την Τράπεζα της Αγγλίας να χαλαρώσει τα επιτόκιά της, προσθέτοντας ότι η πτώση των τιμών του πετρελαίου θα ενισχύσει αυτό το ενδεχόμενο. «Η παγκόσμια οικονομία, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, θα βιώσει πιο αργή οικονομική ανάπτυξη ως αποτέλεσμα της δασμολογικής επίθεσης που ανακοινώθηκε την ''ημέρα απελευθέρωσης'' του Τραμπ», σημειώνει. «Καθώς είναι πιθανό η στερλίνα να ενισχυθεί έναντι του δολαρίου των ΗΠΑ και να αποδυναμωθεί έναντι του ευρώ, θα είναι πολύ πιο ήπιος ο πληθωριστικός αντίκτυπος [από] τον εμπορικό πόλεμο. Εκτιμώ ότι η Τράπεζα της Αγγλίας να μειώσει το τραπεζικό επιτόκιο ελαφρώς πιο γρήγορα καθώς η πραγματική οικονομική δραστηριότητα εξασθενεί», πρόσθεσε. Ο ίδιος εκτιμά ότι η Τράπεζα θα προχωρήσει σε άλλες τέσσερις μειώσεις που θα οδηγήσουν το βασικό επιτόκιό της στο 3,5%, προσθέτοντας μάλιστα ότι «αν ο εμπορικός πόλεμος είναι πιο έντονος, είναι πιθανόν προσωρινά να προβεί και σε πρόσθετες μειώσεις του τραπεζικού επιτοκίου κάτω από το 3,5%».
Σημειώνεται ότι πριν ο Τραμπ επιβάλλει σαρωτικούς δασμούς σε όλους τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, οι αγορές ανέμεναν δύο ακόμη μειώσεις επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας φέτος. Τώρα «βλέπουν» τρεις, και ίσως άλλο μία στις αρχές του επόμενου έτους. Παρόμοιες είναι οι προβλέψεις των οικονομολόγων τόσο για την Ευρωζώνη όσο και για τις ΗΠΑ. Η πρόκληση για τους υπευθύνους χάραξης της νομισματικής πολιτικής είναι να υπολογίσουν πόσο μπορούν να μειώσουν τα επιτόκια για να στηρίξουν την ανάπτυξη των οικονομιών τους, χωρίς να πυροδοτήσουν μια πληθωριστική σπείρα.
Ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, λέει ότι αν και είναι πολύ νωρίς για να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πιθανότατα ανησυχούν περισσότερο για τη στήριξη των οικονομιών τους παρά για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων. «Σίγουρα ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης έχει αυξηθεί σημαντικά, και μαζί του [η πιθανότητα να έχουμε] χαμηλά επιτόκια», λέει. «Νομίζω ότι η ύφεση θα κυριαρχήσει έναντι των όποιων ανησυχιών προκύψουν για τον πληθωρισμό».
Οι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο θα επιταχύνουν τις μειώσεις των επιτοκίων του, ιδιαίτερα η κεντρική τράπεζα της Ευρώπης, όπου η Goldman Sachs πιστεύει ότι ο κίνδυνος να οδηγηθεί σε ύφεση το μπλοκ είναι μεγάλος. Οι αγορές προβλέπουν τρεις ακόμη μειώσεις επιτοκίων στην Ευρωζώνη από τώρα μέχρι τον Σεπτέμβριο, υπολογίζοντας μάλιστα ότι η επόμενη κίνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) πιθανότατα θα είναι η μείωση του επιτοκίου στο 2,25% και στο 1,75% μέχρι το φθινόπωρο. Η Goldman Sachs δίνει μάλιστα πιθανότητες 33% τα επιτόκια να μειωθούν ακόμη περισσότερο, κάτι που θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα θα επιδεινωθούν οι προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ο Πίτερ Πρατ, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής οικονομολόγος στην ΕΚΤ για σχεδόν μια δεκαετία, στοιχηματίζει ότι το κόστος δανεισμού θα μειωθεί περαιτέρω. «Όλα τα δεδομένα υποστηρίζουν την περικοπή τους», λέει. «Με βάση τη λογική της ΕΚΤ που βασίζεται στα δεδομένα, θα πρέπει να προβεί σε μείωση. Μπορεί κανείς να προσθέσει ότι ο αρνητικός αντίκτυπος της εξαιρετικά υψηλής αβεβαιότητας για την πορεία της ζήτησης θα ενισχύσει αυτό το ενδεχόμενο», προσθέτει. «Ομολογουμένως, θα πρέπει να παρακολουθεί τις πιθανές ανοδικές πιέσεις των τιμών λόγω του προστατευτισμού, αλλά αυτός ο κίνδυνος δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε μια πολιτική παράλυση», σημειώνει ο οικονομολόγος.
Ο Πρατ προειδοποιεί ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν περισσότερους οικονομικούς κραδασμούς. «Βλέπω άλλη μια περικοπή τον Ιούνιο, αλλά όσον αφορά τη συνέχεια, θα ήμουν πιο προσεκτικός, καθώς μπορεί να εκτυλιχθούν ακραίες καταστάσεις». Δεν είναι σίγουρος πότε θα ηρεμήσουν τα πράγματα: «Η οικονομία δεν θα βρίσκεται σε ισορροπία για λίγο διάστημα», τονίζει.
Για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ το δίλημμα είναι ελαφρώς διαφορετικό. Το να διασφαλίσει ότι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου ούτε θα υπερθερμανθεί ούτε θα ψυχθεί περισσότερο από όσο πρέπει είναι ούτως ή άλλως δύσκολο, ακόμη υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά τώρα έχει την ανέφικτη αποστολή να θέσει ένα άνω όριο στις αυξήσεις των τιμών, που πιέζονται ανοδικά από τους δασμούς καθώς επιβαρύνονται με έναν επιπλέον φόρο που θα βαρύνει τους καταναλωτές, και παράλληλα να προσπαθήσει να αποτρέψει μια ύφεση της αμερικανικής οικονομίας. Η ιστορία έχει δείξει ότι η Fed χαλαρώνει επιθετικά τη νομισματική πολιτική της κατά τη διάρκεια των υφέσεων.
Ο Κρις Ιγκό, στην Axa Investment Management, πιστεύει ότι αυτός θα είναι ο οδικός χάρτης που θα ακολουθήσει και στην παρούσα συγκυρία. «Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι μια παγκόσμια ύφεση και μια πτώτική αγορά μετοχών», λέει. «Ωστόσο, δεν μπορώ να καταλήξω σε ένα πιο αίσιο αποτέλεσμα όταν η αμερικανική κυβέρνηση δεν δείχνει ενσυναίσθηση απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο και είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει ισχυρά όπλα και ελάχιστα πιστευτές τακτικές για να πάρει αυτό που φαίνεται να πιστεύει ότι θα ωφελήσει τους Αμερικανούς».
Δεν συμφωνούν όλοι μαζί του. Η Ντιάν Τζούλιους, ιδρυτικό μέλος της MPC, δεν βλέπει τέσσερις μειώσεις επιτοκίων στις ΗΠΑ, όπως εκτιμά επί του παρόντος η αγορά. Εξάλλου, τα λάθη που έκανε η Fed αποτυγχάνοντας να αντιμετωπίσει τον επίμονο πληθωρισμό εξακολουθούν να τη στοιχειώνουν. «Η Fed θα είναι πολύ επιφυλακτική όσον αφορά το ενδεχόμενο να αφήσει τον πληθωρισμό να εκτιναχθεί ξανά, και έτσι δεν νομίζω ότι θα μειώσει τα επιτόκια, ακόμα κι αν η οικονομία επιβραδυνθεί», λέει. Τα χαμηλότερα επιτόκια μπορεί φαινομενικά να ακούγονται ως μια θετική εξέλιξη για τους δανειολήπτες, αλλά είναι απίθανο ότι θα αντισταθμίσουν τον «πόνο» της βραδύτερης ανάπτυξης.
Ο Άντριου Γκούντγουιν, στην Oxford Economics, λέει ότι η κίνηση στις αγορές σημαίνει ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ίσως μπορεί να περιμένει ότι θα υπάρξει μεγαλύτερο περιθώριο από ό,τι στην ενδιάμεση έκθεσή της. Ωστόσο, προσθέτει: «Όταν το Γραφείο Υπευθυνότητας του Προϋπολογισμού κληθεί να ενημερώσει τις προβλέψεις του, υποπτεύομαι ότι ο αντίκτυπος των αλλαγών στην τιμολόγηση των χρηματοπιστωτικών αγορών θα αντισταθμιστεί από τις αλλαγές στις ευρύτερες οικονομικές προβλέψεις και από την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών πέραν του 2,5% του ΑΕΠ».
Αυτό μπορεί να σηματοδοτήσει απλώς την αρχή του χάους, καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προσπαθούν να παρακολουθήσουν και να προβλέψουν τις επιπτώσεις και τα αποτελέσματα του εμπορικού πολέμου. Είναι αρκετά δύσκολο για τους κεντρικούς τραπεζίτες να υπολογίσουν πώς πρέπει να αντιδράσουν μόνο στους δασμούς του Τραμπ, αλλά οι δασμοί δεν είναι ο μόνος παράγοντας που τους προβληματίζει.
Η Κίνα απάντησε με την επιβολή ανταποδοτικών δασμών, η ΕΕ εξετάζει να προβεί σε αντίποινα και ο Τραμπ ακόμα δεν έχει αποφασίσει τι θα κάνει με πολλούς κλάδους, όπως ο κλάδος των φαρμακοβιομηχανικών, ο οποίος μέχρι στιγμής έχει γλιτώσει από τους δασμούς. Επιπροσθέτως, ο εκκεντρικός Αμερικανός πρόεδρος ορισμένες φορές δρα χωρίς προειδοποίηση.
Η Τράπεζα της Αγγλίας έχει προθεσμία μέχρι τις 8 Μαΐου για να αποφασίσει τι θα κάνει. Αυτό είναι μια ανακούφιση, λέει ο Γουίλ: «Δεδομένου του ρυθμού με τον οποίο ο Τραμπ αλλάζει γνώμη – έχει πει ότι δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη για τους εν λόγω δασμούς, αλλά μπορεί να αλλάξει γνώμη – νομίζω ότι είναι τυχερή που δεν χρειάζεται να λάβει κάποια απόφαση αυτήν την εβδομάδα».
Η επιθετική εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ τρόμαξε τους οικονομολόγους που μειώνουν πλέον τις προβλέψεις τους για την ανάπτυξη και αυξάνουν τις εκτιμήσεις για μια ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας. Η «βόμβα» του Τραμπ δεν θα μπορούσε να σκάσει σε χειρότερη συγκυρία, ειδικά για τις υπερχρεωμένες χώρες. Κι αυτό γιατί οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, εν μέσω των αυξανόμενων εκκλήσεων να δανειστούν περισσότερο προκειμένου να αυξήσουν τις δαπάνες για παροχές, υγειονομική περίθαλψη και άμυνα, τώρα θα χρειαστεί να στηρίξουν και τις οικονομίες τους.
Πώς μπαίνουν στην εξίσωση του εμπορικού πολέμου του Τραμπ οι κεντρικές τράπεζες
Κι εδώ είναι που μπαίνουν στην εξίσωση οι κεντρικές τράπεζες. Ο Μάρτιν Γουίλ, πρώην μέλος της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής (MPC) της Τράπεζας της Αγγλίας, λέει ότι πριν από μια εβδομάδα πίστευε πως οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις θα εμπόδιζαν την κεντρική τράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου να μειώσει περαιτέρω τα επιτόκια της, στη συνεδρίαση που θα έχει τον επόμενο μήνα. Ωστόσο, όπως λέει, αυτό δεν ισχύει πλέον. Τώρα υποψιάζεται ότι η MPC θα μειώσει τα επιτόκια για να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της οικονομία, παρά τον κίνδυνο που ελλοχεύει οι δασμοί του Τραμπ να αναζωπυρώσουν τη «μάχη» για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. «Μπορεί να επιστρέψουν στη λογική λειτουργίας που επικράτησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας», λέει, εξάγοντας ότι «όταν φαίνεται πως η ζήτηση είναι ασθενική, χαλαρώνεις τη νομισματική πολιτική».Ο Βίλεμ Μπούιτερ, επίσης πρώην μέλος της MPC, πιστεύει ότι η ενίσχυση της στερλίνας θα βοηθήσει την Τράπεζα της Αγγλίας να χαλαρώσει τα επιτόκιά της, προσθέτοντας ότι η πτώση των τιμών του πετρελαίου θα ενισχύσει αυτό το ενδεχόμενο. «Η παγκόσμια οικονομία, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, θα βιώσει πιο αργή οικονομική ανάπτυξη ως αποτέλεσμα της δασμολογικής επίθεσης που ανακοινώθηκε την ''ημέρα απελευθέρωσης'' του Τραμπ», σημειώνει. «Καθώς είναι πιθανό η στερλίνα να ενισχυθεί έναντι του δολαρίου των ΗΠΑ και να αποδυναμωθεί έναντι του ευρώ, θα είναι πολύ πιο ήπιος ο πληθωριστικός αντίκτυπος [από] τον εμπορικό πόλεμο. Εκτιμώ ότι η Τράπεζα της Αγγλίας να μειώσει το τραπεζικό επιτόκιο ελαφρώς πιο γρήγορα καθώς η πραγματική οικονομική δραστηριότητα εξασθενεί», πρόσθεσε. Ο ίδιος εκτιμά ότι η Τράπεζα θα προχωρήσει σε άλλες τέσσερις μειώσεις που θα οδηγήσουν το βασικό επιτόκιό της στο 3,5%, προσθέτοντας μάλιστα ότι «αν ο εμπορικός πόλεμος είναι πιο έντονος, είναι πιθανόν προσωρινά να προβεί και σε πρόσθετες μειώσεις του τραπεζικού επιτοκίου κάτω από το 3,5%».
Σημειώνεται ότι πριν ο Τραμπ επιβάλλει σαρωτικούς δασμούς σε όλους τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, οι αγορές ανέμεναν δύο ακόμη μειώσεις επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας φέτος. Τώρα «βλέπουν» τρεις, και ίσως άλλο μία στις αρχές του επόμενου έτους. Παρόμοιες είναι οι προβλέψεις των οικονομολόγων τόσο για την Ευρωζώνη όσο και για τις ΗΠΑ. Η πρόκληση για τους υπευθύνους χάραξης της νομισματικής πολιτικής είναι να υπολογίσουν πόσο μπορούν να μειώσουν τα επιτόκια για να στηρίξουν την ανάπτυξη των οικονομιών τους, χωρίς να πυροδοτήσουν μια πληθωριστική σπείρα.
ΔΝΤ: Ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω των δασμών Τραμπ
Ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, λέει ότι αν και είναι πολύ νωρίς για να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πιθανότατα ανησυχούν περισσότερο για τη στήριξη των οικονομιών τους παρά για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων. «Σίγουρα ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης έχει αυξηθεί σημαντικά, και μαζί του [η πιθανότητα να έχουμε] χαμηλά επιτόκια», λέει. «Νομίζω ότι η ύφεση θα κυριαρχήσει έναντι των όποιων ανησυχιών προκύψουν για τον πληθωρισμό».Οι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο θα επιταχύνουν τις μειώσεις των επιτοκίων του, ιδιαίτερα η κεντρική τράπεζα της Ευρώπης, όπου η Goldman Sachs πιστεύει ότι ο κίνδυνος να οδηγηθεί σε ύφεση το μπλοκ είναι μεγάλος. Οι αγορές προβλέπουν τρεις ακόμη μειώσεις επιτοκίων στην Ευρωζώνη από τώρα μέχρι τον Σεπτέμβριο, υπολογίζοντας μάλιστα ότι η επόμενη κίνηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) πιθανότατα θα είναι η μείωση του επιτοκίου στο 2,25% και στο 1,75% μέχρι το φθινόπωρο. Η Goldman Sachs δίνει μάλιστα πιθανότητες 33% τα επιτόκια να μειωθούν ακόμη περισσότερο, κάτι που θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα θα επιδεινωθούν οι προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ο Πίτερ Πρατ, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής οικονομολόγος στην ΕΚΤ για σχεδόν μια δεκαετία, στοιχηματίζει ότι το κόστος δανεισμού θα μειωθεί περαιτέρω. «Όλα τα δεδομένα υποστηρίζουν την περικοπή τους», λέει. «Με βάση τη λογική της ΕΚΤ που βασίζεται στα δεδομένα, θα πρέπει να προβεί σε μείωση. Μπορεί κανείς να προσθέσει ότι ο αρνητικός αντίκτυπος της εξαιρετικά υψηλής αβεβαιότητας για την πορεία της ζήτησης θα ενισχύσει αυτό το ενδεχόμενο», προσθέτει. «Ομολογουμένως, θα πρέπει να παρακολουθεί τις πιθανές ανοδικές πιέσεις των τιμών λόγω του προστατευτισμού, αλλά αυτός ο κίνδυνος δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε μια πολιτική παράλυση», σημειώνει ο οικονομολόγος.
Ο Πρατ προειδοποιεί ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν περισσότερους οικονομικούς κραδασμούς. «Βλέπω άλλη μια περικοπή τον Ιούνιο, αλλά όσον αφορά τη συνέχεια, θα ήμουν πιο προσεκτικός, καθώς μπορεί να εκτυλιχθούν ακραίες καταστάσεις». Δεν είναι σίγουρος πότε θα ηρεμήσουν τα πράγματα: «Η οικονομία δεν θα βρίσκεται σε ισορροπία για λίγο διάστημα», τονίζει.
Για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ το δίλημμα είναι ελαφρώς διαφορετικό. Το να διασφαλίσει ότι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου ούτε θα υπερθερμανθεί ούτε θα ψυχθεί περισσότερο από όσο πρέπει είναι ούτως ή άλλως δύσκολο, ακόμη υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά τώρα έχει την ανέφικτη αποστολή να θέσει ένα άνω όριο στις αυξήσεις των τιμών, που πιέζονται ανοδικά από τους δασμούς καθώς επιβαρύνονται με έναν επιπλέον φόρο που θα βαρύνει τους καταναλωτές, και παράλληλα να προσπαθήσει να αποτρέψει μια ύφεση της αμερικανικής οικονομίας. Η ιστορία έχει δείξει ότι η Fed χαλαρώνει επιθετικά τη νομισματική πολιτική της κατά τη διάρκεια των υφέσεων.
Ο Κρις Ιγκό, στην Axa Investment Management, πιστεύει ότι αυτός θα είναι ο οδικός χάρτης που θα ακολουθήσει και στην παρούσα συγκυρία. «Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι μια παγκόσμια ύφεση και μια πτώτική αγορά μετοχών», λέει. «Ωστόσο, δεν μπορώ να καταλήξω σε ένα πιο αίσιο αποτέλεσμα όταν η αμερικανική κυβέρνηση δεν δείχνει ενσυναίσθηση απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο και είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει ισχυρά όπλα και ελάχιστα πιστευτές τακτικές για να πάρει αυτό που φαίνεται να πιστεύει ότι θα ωφελήσει τους Αμερικανούς».
Οι αντίθετες απόψεις
Δεν συμφωνούν όλοι μαζί του. Η Ντιάν Τζούλιους, ιδρυτικό μέλος της MPC, δεν βλέπει τέσσερις μειώσεις επιτοκίων στις ΗΠΑ, όπως εκτιμά επί του παρόντος η αγορά. Εξάλλου, τα λάθη που έκανε η Fed αποτυγχάνοντας να αντιμετωπίσει τον επίμονο πληθωρισμό εξακολουθούν να τη στοιχειώνουν. «Η Fed θα είναι πολύ επιφυλακτική όσον αφορά το ενδεχόμενο να αφήσει τον πληθωρισμό να εκτιναχθεί ξανά, και έτσι δεν νομίζω ότι θα μειώσει τα επιτόκια, ακόμα κι αν η οικονομία επιβραδυνθεί», λέει. Τα χαμηλότερα επιτόκια μπορεί φαινομενικά να ακούγονται ως μια θετική εξέλιξη για τους δανειολήπτες, αλλά είναι απίθανο ότι θα αντισταθμίσουν τον «πόνο» της βραδύτερης ανάπτυξης.Ο Άντριου Γκούντγουιν, στην Oxford Economics, λέει ότι η κίνηση στις αγορές σημαίνει ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ίσως μπορεί να περιμένει ότι θα υπάρξει μεγαλύτερο περιθώριο από ό,τι στην ενδιάμεση έκθεσή της. Ωστόσο, προσθέτει: «Όταν το Γραφείο Υπευθυνότητας του Προϋπολογισμού κληθεί να ενημερώσει τις προβλέψεις του, υποπτεύομαι ότι ο αντίκτυπος των αλλαγών στην τιμολόγηση των χρηματοπιστωτικών αγορών θα αντισταθμιστεί από τις αλλαγές στις ευρύτερες οικονομικές προβλέψεις και από την ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών πέραν του 2,5% του ΑΕΠ».
Αυτό μπορεί να σηματοδοτήσει απλώς την αρχή του χάους, καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προσπαθούν να παρακολουθήσουν και να προβλέψουν τις επιπτώσεις και τα αποτελέσματα του εμπορικού πολέμου. Είναι αρκετά δύσκολο για τους κεντρικούς τραπεζίτες να υπολογίσουν πώς πρέπει να αντιδράσουν μόνο στους δασμούς του Τραμπ, αλλά οι δασμοί δεν είναι ο μόνος παράγοντας που τους προβληματίζει.
Η Κίνα απάντησε με την επιβολή ανταποδοτικών δασμών, η ΕΕ εξετάζει να προβεί σε αντίποινα και ο Τραμπ ακόμα δεν έχει αποφασίσει τι θα κάνει με πολλούς κλάδους, όπως ο κλάδος των φαρμακοβιομηχανικών, ο οποίος μέχρι στιγμής έχει γλιτώσει από τους δασμούς. Επιπροσθέτως, ο εκκεντρικός Αμερικανός πρόεδρος ορισμένες φορές δρα χωρίς προειδοποίηση.
Η Τράπεζα της Αγγλίας έχει προθεσμία μέχρι τις 8 Μαΐου για να αποφασίσει τι θα κάνει. Αυτό είναι μια ανακούφιση, λέει ο Γουίλ: «Δεδομένου του ρυθμού με τον οποίο ο Τραμπ αλλάζει γνώμη – έχει πει ότι δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη για τους εν λόγω δασμούς, αλλά μπορεί να αλλάξει γνώμη – νομίζω ότι είναι τυχερή που δεν χρειάζεται να λάβει κάποια απόφαση αυτήν την εβδομάδα».