Την εμφάνισή του έκανε παλιός οικισμός στη λίμνη Μόρνου, ο οποίος ήταν για χρόνια καλυμμένος εξ ολοκλήρου από νερό, «κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου» για το πρόβλημα της λειψυδρίας που φαίνεται θα μας απασχολήσει στο άμεσο μέλλον.

*Διαβάστε εδώ: Τέλος για την πατάτα Νάξου: SOS από τους αγρότες του νησιού - ''Δεν υπάρχει πια νερό''

Οι φωτογραφίες που έφερε στο φως της δημοσιότητας πολίτης, με ανάρτησή του στο Facebook, δείχνουν τον παλιό οικισμό Κάλλιο, ο οποίος είχε καλυφθεί εξ ολοκλήρου από νερό, όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή φράγματος το 1979.



Σε περιόδους ξηρασίας η στάθμη της λίμνης κατεβαίνει και φαίνονται κάποια από τα βυθισμένα κτίσματα του Καλλίου.

Ο ομότιμος καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Οικολογίας και Περιβαλλοντικής Πολιτικής, Κίμων Χατζημπίρος, επισημαίνει μιλώντας στο DEBATER: «Η εικόνα αυτή που εμφανίστηκε το παλιό χωριό είναι προειδοποιητική. Δεν είναι πρωτοφανές, έχει ξαναγίνει, αλλά μας προειδοποιεί ότι μπορεί να γίνει μόνιμο. Δηλαδή μπορεί να είναι μονίμως φανερός ο οικισμός έτσι όπως πάμε. Η πιο μεγάλη λειψυδρία που θυμάμαι ήταν την περίοδο '91 με '92, 32 χρόνια πριν περίπου».

«Σίγουρα στην πρώτη γραμμή είναι τα μικρά νησιά. Στην Κίμωλο για παράδειγμα έχει να βρέξει δύο χρόνια», σημείωσε ο κ. Χατζημπίρος.

«Βασική αιτία της λειψυδρίας είναι η κλιματική αλλαγή, η οποία επιδεινώνει την κατάσταση. Αν δεν αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή, η νότια Ελλάδα και τα νησιά θα έχουν ερημοποίηση», τόνισε.

Από την πλευρά του ο γεωπόνος, πρώην διευθυντής του Ινστιτούτου Εδαφοϋδατικών Πόρων του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού ΔΗΜΗΤΡΑ, Σιδέρης Θεοχαρόπουλος, επισήμανε ότι η κλιματική κρίση έχει πολλές εκφάνσεις και επηρεάζει πολλά πράγματα. Ένα από αυτό είναι η λειψυδρία.

«Έχουμε την έλλειψη νερού, διότι δεν έχουμε ομοιόμορφη κατανομή βροχοπτώσεων, έχουμε ακραία καιρικά φαινόμενα. Η βροχή που πέφτει, ένα μέρος συγκρατείται στα φυτά και μετά πάει στο έδαφος και ένα άλλος μέρος εξατμίζεται. Ένα μεγάλο ποσοστό απορροφάται από το έδαφος Και καταλήγει στον υδροφόρο ορίζοντα. Μεγάλο μέρος της βροχής όταν είναι ραγδαία πηγαίνει τους χειμάρρους και τα ποτάμια και καταλήγει στη θάλασσα. Κάτι το οποίο δεν το θέλουμε. Οπότε αυτή τη στιγμή έχουμε αυτό το φαινόμενο. Η έλλειψη του νερού παράλληλα σε συνδυασμό με τη διάβρωση την οποία προκαλούν οι μη σωστές χρήσεις γης, η μη σωστή αξιοποίηση του νερού, οι έντονες βροχοπτώσεις μάς δημιουργούν διάβρωση. Η οποία με τη σειρά της μας προκαλεί ερημοποίηση. Η Ελλάδα απειλείται από ερημοποίηση και πολλές περιοχές αντιμετωπίζουν το φαινόμενο αυτό ήδη», προειδοποίησε.

«Τα φυτά προστατεύουν το έδαφος από τις έντονες βροχοπτώσεις. Λειτουργεί σαν μανδύας που προστατεύει το έδαφος. Οπότε όταν το έδαφος είναι γυμνό, έχουμε έντονη διάβρωση που σημαίνει ότι μειώνεται το έδαφος και βγαίνει ο βράχος στην επιφάνεια, οπότε έχουμε πλήρη ερημοποίηση. Για αυτό βλέπετε σε πολλά βουνά τον ασβεστόλιθο, τη σκληρή επιφάνεια που αυτά κάποτε πριν χιλιάδες χρόνια ήταν δάση. Η βροχή που πέφτει κάθε χρόνο παγκοσμίως είναι σχεδόν το ίδιο, αλλά δεν πέφτει ομοιόμορφα κατανεμημένη», τόνισε.

Ως γεωπόνος μας πληροφορεί ότι έχει μειωθεί πολύ η παραγωγή και οι ελιές έχουν πρόβλημα. «Όλα τα δέντρα, ειδικά οι ελιές που γίνεται η ανθοφορία την άνοιξη, όταν έχουμε "στρες νερού" δεν μπορούν να λειτουργήσουν σωστά ώστε να έχουμε μεγάλη παραγωγή. Όλες οι καλλιέργειες θέλουν νερό», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Στη Θεσσαλία αντλούμε νερό από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, ο οποίος έχει πέσει σε βάθη εκατοντάδων μέτρων. Περίπου στα 400 m. Και κόστος ενεργοβόρο είναι και παράλληλα υπάρχει κίνδυνος στους σεισμούς να έχουμε καθίζηση. Το έδαφος είναι ένα "σφουγγάρι", αυτό το "σφουγγάρι" έχει τρύπες. Όταν υπάρχει νερό το έδαφος είναι πιο σταθερό. Όταν κατεβαίνει η στάθμη του νερού αυτό είναι εύθραυστο. Είναι επικίνδυνο σε σεισμό. Η αλόγιστη άντληση νερού από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα ενέχει πολλούς κινδύνους, όπως αυτή της καθίζηση του εδάφους σε έναν σεισμό. Επίσης κινδυνεύει να μπει και η θάλασσα μέσα να καταστρέψει το γλυκό νερό και στη συνέχεια να καούν τα φυτά με τα οποία τα ποτίζουν. Αλάτωση του υπογείου υδροφόρου ορίζοντα. Δεν πρέπει να πηγαίνουμε κοντά στη θάλασσα και να παίρνουμε νερό από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα», υπογράμμισε.

Πώς θα αντιμετωπιστεί η λειψυδρία

Ο ομότιμος καθηγητής του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κ. Χατζημπίρος, εξηγεί ότι για να αντιμετωπιστεί η λειψυδρία, πρέπει να αντιμετωπιστεί η κλιματική αλλαγή. Να σταματήσουμε να θεωρούμε το νερό άφθονο. Να προσπαθούμε να το χρησιμοποιούμε με οικονομία, αυτό κυρίως για τον αγροτικό τομέα, ο οποίος ξοδεύει πάνω από το 80% του νερού στην Ελλάδα.

Σε δύσκολες περιοχές, όπως είναι τα νησιά, η μόνη λύση είναι η αφαλάτωση του αλμυρού νερού, με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Με τη σειρά του, ο κ. Σιδέρης, πρώην διευθυντής του Ινστιτούτο Εδαφοϋδατικών Πόρων, επισημαίνει ότι «στην Ελλάδα δυστυχώς δεν έχουμε κουλτούρα να κάνουμε σωστή χρήση του νερού. Δεν έχουμε κουλτούρα επαναχρησιμοποίησης του νερού, στην Ελλάδα η επαναχρησιμοποίηση του νερού είναι σε επίπεδο 10%, ενώ αν πάμε στο Ισραήλ, που είναι το γεωργικό θαύμα, γιατί παράγει στην έρημο, έχουμε επαναχρησιμοποίηση νερού 90%. Επίσης δεν έχουμε κουλτούρα να μη ρυπαίνουμε το νερό. Βλέπετε τι γίνεται με τα πλαστικά που πετάμε στις θάλασσες, βλέπετε στα σκουπίδια, βλέπετε στους βιολογικούς καθαρισμούς που υπάρχουν. Βλέπετε όλα αυτά δυστυχώς που δεν προστατεύουν το νερό.

Σίγουρα πρέπει να γίνουν έργα με περισσότερες δεξαμενές ώστε να μαζεύεται νερό και να το χρησιμοποιούμε για τις καλλιέργειες και όχι να παίρνουμε από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα».