Η ελληνική αγορά εμπορίου βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς σύμφωνα με την ΕΣΕΕ,  το 44% των επιχειρήσεων λιανικής αναφέρει στασιμότητα στον κύκλο εργασιών, παρά τις συνεχείς αυξήσεις του λειτουργικού κόστους. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η αύξηση του τζίρου στο εμπόριο (+1,9%) υπολείπεται του πληθωρισμού (+2,7%), δημιουργώντας πραγματική συρρίκνωση για τον κλάδο που αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της χώρας, απασχολώντας το 16,3% του εργατικού δυναμικού.

*Διαβάστε ακόμα: Τάκης Θεοδωρικάκος: Καθοριστικός ο ρόλος του εμπορίου στην εγχώρια οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα

Τα νέα δεδομένα αποκαλύπτουν μια αγορά που μετασχηματίζεται ραγδαία, με τις παραδοσιακές μικρές επιχειρήσεις να συνεχίζουν την έξοδό τους (-8,9% μείωση των αυτοαπασχολούμενων), ενώ οι καταναλωτές στρέφονται κυρίως σε αγαθά πρώτης ανάγκης, προσπαθώντας να διαχειριστούν τον προϋπολογισμό τους σε ένα περιβάλλον συνεχών ανατιμήσεων.


Η κατάσταση του ελληνικού εμπορίου

Σε γενικές γραμμές, η αύξηση του κύκλου εργασιών (+1,9%) ήταν χαμηλότερη του πληθωρισμού (+2,7%), ενώ καλύτερες επιδόσεις σημειώθηκαν στα αγαθά ανελαστικής ζήτησης. Ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων στο εμπόριο συνέχισε την καθοδική πορεία του (-8,9%), επιβεβαιώνοντας ότι οι παραδοσιακές «νάνο»-επιχειρήσεις εγκαταλείπουν σταδιακά αλλά με συνέπεια την αγορά. Παρά τις προκλήσεις, ο κλάδος παραμένει ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας (16,3% της απασχόλησης) και διαθέτει τους περισσότερους εργοδότες στην οικονομία (26,5%).

Η καταναλωτική δαπάνη κινήθηκε μεν ανοδικά μέχρι το 2023 (όπου σταματούν τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα), αλλά κατευθύνθηκε κυρίως σε αγορές των απαραίτητων αγαθών. Επιπλέον, υπολείπεται ακόμη σημαντικά του προ της κρίσης χρέους επιπέδου, ακόμη και σε ονομαστικούς όρους. Οι περιφερειακές ανισότητες σε όρους κατανάλωσης επιμένουν, παρά τα σχετικά προγράμματα, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής περιφερειακής πολιτικής.


Πώς αντιμετωπίζουν την κατάσταση οι επιχειρήσεις

Οι εμπορικές επιχειρήσεις (ΑΕ, ΕΠΕ και ΙΚΕ) συνέχισαν την ανοδική τους πορεία και το 2023. Ωστόσο, οι εξωγενείς κρίσεις και οι γεωπολιτικές εντάσεις αποδυνάμωσαν τη δυναμική τους, επιβραδύνοντας την αύξηση του κύκλου εργασιών (στο +1,5%) και των μεικτών κερδών (στο 10,6%). Οι μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις στο λιανικό εμφανίζουν στασιμότητα, καθώς δυσκολεύονται να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών τους λόγω οικονομικών πιέσεων και αβεβαιότητας στην αγορά. Η άνοδος των τιμών προμηθευτών οδήγησε σε πρωτοφανή επίπεδα τα τελευταία εννέα χρόνια (36%) το ποσοστό των επιχειρήσεων που διέκοψαν τη συνεργασία τους με κάποιον προμηθευτή. Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (44%) στο λιανικό δήλωσαν στασιμότητα του κύκλου εργασιών στα περυσινά επίπεδα, ενώ περισσότερες από τις μισές (52%) δεν αναμένουν μεταβολή στο προσεχές μέλλον.


Οι σημαντικότερες προκλήσεις

Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις, με κυριότερες (κατά σειρά σπουδαιότητας):

  • Διαχείριση των ανατιμήσεων
  • Οικονομικές υποχρεώσεις
  • Έλλειψη ρευστότητας
  • Δυσκολία εύρεσης κατάλληλου προσωπικού
  • Το ενεργειακό κόστος συνεχίζει να αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς διογκώνει το λειτουργικό τους κόστος.


Σημεία προβληματισμού για το μέλλον του εμπορίου

Τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση των στοιχείων είναι:

  • Στασιμότητα στον τζίρο: Σχεδόν οι μισές εμπορικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν στασιμότητα σε περίοδο συνεχών αυξήσεων του λειτουργικού κόστους.
  • Καθυστέρηση στον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό: Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δίνουν προτεραιότητα στην επιβίωση, αναβάλλοντας τον εκσυγχρονισμό τους.
  • Αλλαγή καταναλωτικών προτύπων: Η ονομαστική αύξηση της κατανάλωσης κατευθύνεται κατά κύριο λόγο σε είδη πρώτης ανάγκης (τρόφιμα, φάρμακα).
  • Αβεβαιότητα και επενδύσεις: Η εντεινόμενη αβεβαιότητα σε διεθνές επίπεδο εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε καθυστέρηση επενδυτικών σχεδίων και συγκράτηση καταναλωτικών δαπανών, επιβραδύνοντας έτσι την αναπτυξιακή προοπτική.

Η ετήσια έκθεση για την κατάσταση του ελληνικού εμπορίου αναδεικνύει την ανάγκη στοχευμένων πολιτικών για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την αντιμετώπιση του αυξανόμενου λειτουργικού κόστους και την υποστήριξη του ψηφιακού μετασχηματισμού τους, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες της αγοράς.