«Για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση, είναι πλειοψηφία οι απέχοντες και μειοψηφία οι μετέχοντες», δήλωσε ο πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργός, Γιάννης Ραγκούσης, αναφορικά με την προσέλευση των πολιτών στις Ευρωεκλογές.

Συγκεκριμένα, σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναφέρει πως «αν δεν είχε επικρατήσει η άφρων θεσμική επιλογή να αποσυνδεθούν οι αυτοδιοικητικές εκλογές από τις ευρωεκλογές, τότε σήμερα, περίπου 5,2 εκατομμύρια ψηφοφόροι θα είχαν διαμορφώσει τους πολιτικούς συσχετισμούς στη χώρα».

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι πλέον το ζήτημα είναιι «δημοκρατίας».

Η ανάρτηση του Γιάννη Ραγκούση




«Για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση, είναι πλειοψηφία οι απέχοντες και μειοψηφία οι μετέχοντες.

Αν δεν είχε επικρατήσει η άφρων θεσμική επιλογή να αποσυνδεθούν οι αυτοδιοικητικές εκλογές από τις ευρωεκλογές, τότε σήμερα, περίπου 5,2 εκατομμύρια ψηφοφόροι θα είχαν διαμορφώσει τους πολιτικούς συσχετισμούς στη χώρα.

Δηλαδή η πλειοψηφία των εκλογέων και όχι η μειοψηφία, όπως συμβαίνει σήμερα για πρώτη φορά, μεταπολιτευτικά, στη χώρα μας.

Η συμμετοχή θα είχε ανέλθει τουλάχιστον στο 52,5%-όσο ήταν στις αυτοδιοικητικές του περασμένου Οκτωβρίου, χωρίς την συνδρομή της επιστολικής ψήφου - αντί για 40% περίπου, που θα είναι σήμερα, συμπεριλαμβανομένης της επιστολικής ψήφου!

Ας ελπίσουμε ότι η χώρα και η οικονομία δεν έζησαν δύο παρατεταμένες, συνεχόμενες, προεκλογικές περιόδους, για να δουν στο τέλος από τη μείωση της συμμετοχής, να ευνοούνται εκλογικά τα κάθε λογής ακροδεξιά μορφώματα.

Κατά τη γνώμη μου, μετά τη σημερινή, πολιτειακά, απολύτως προβληματική συνθήκη που διαμορφώθηκε, η πρώτη αλλαγή που πρέπει να γίνει, είναι να επανέλθει η ρύθμιση του Καλλικράτη για την ταυτόχρονη διεξαγωγή των δύο αναμετρήσεων. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό να θεσμοθετηθεί μαζί με μία ολιγόμηνη παράταση της τρέχουσας θητείας των αυτοδιοικητικών αρχών, συνταγματικά ανεκτή από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Προφανώς, είναι πλέον ζήτημα δημοκρατίας.

Η δεύτερη αλλαγή που πρέπει επιτέλους να εξετάσουμε, είναι η κατάργηση του σταυρού προτίμησης σε πανελλήνια κλίμακα, ως μέσο για την ανάδειξη των ευρωβουλευτών».