«Η άρνηση της πλειοψηφίας να κληθούν οι δύο εισαγγελικοί λειτουργοί και να διαβιβασθούν στην Επιτροπή μας και τα έγγραφα της δικογραφίας συνιστά συγκάλυψη και περιφρόνηση του θεμελιώδους δικαιώματος ενημέρωσης για το ζήτημα των υποκλοπών», τόνισε η Θεοδώρα Τζάκρη, κατά την τοποθέτησή της στη συνεδρίαση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, που συγκλήθηκε κατόπιν κοινού αιτήματος 5 κομμάτων της αντιπολίτευσης, με αντικείμενο το πόρισμα του Αρείου Πάγου για τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις.

Ειδικότερα, η Θεοδώρα Τζάκρη είπε τα εξής:

«Κύριε Πρόεδρε,

Λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει η απαιτούμενη πλειοψηφία των 2/5 των μελών της Επιτροπής για την κλήση σε ακρόαση της εισαγγελέως του ΑΠ κ. Αδειλίνη και του αντεισαγγελέα κ. Ζήση θα πρέπει, κ. Πρόεδρε, να καλέσετε άμεσα αυτούς τους δύο εισαγγελικούς λειτουργούς και να διαβιβάσετε στην Επιτροπή μας τη σχετική δικογραφία.

Κάθε άλλος ισχυρισμός ότι η Επιτροπή μας δεν έχει αρμοδιότητα να καλέσει τους δύο εισαγγελικούς λειτουργούς είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 43 Α του Κανονισμού της Βουλής, η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας μπορεί να ασχοληθεί:

  • Πρώτον, με ζητήματα που αφορούν τη δραστηριότητα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, ενώ
  • Δεύτερον, αντικείμενό της αποτελεί «η έρευνα και η αξιολόγηση κάθε στοιχείου χρήσιμου για τη μελέτη και επεξεργασία προτάσεων που συμβάλλουν στη διαφάνεια της πολιτικής και γενικότερα της δημόσιας ζωής της χώρας».
Είναι προφανές ότι η ενημέρωση για το περιεχόμενο του Πορίσματος του αντεισαγγελέα κ. Ζήση και της σχετικής εισαγγελικής διάταξης της κ. Αδειλίνη επειδή αναφέρονται στο μείζον θέμα των υποκλοπών των τηλεφωνικών επικοινωνιών ανωτάτων θεσμικών παραγόντων της χώρας, μεταξύ των οποίων και ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, εμπίπτει στο πεδίο εξέτασης της Επιτροπής μας ως θέμα που αφορά τη διαφάνεια και τη λειτουργία της πολιτικής και εν γένει της δημόσιας ζωής της χώρας. Άλλωστε, αυτό δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Θυμίζω ότι το 2017 η εισαγγελέας Εφετών η κ. Τσατάνη εκλήθη με ομόφωνη απόφαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, που ψήφισε και το κόμμα της ΝΔ, και η άρνηση της κ. εισαγγελέως τότε να μεταβεί στη Βουλή είχε προκαλέσει διακομματική οργή.

Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, η Βουλή, δηλαδή το νομοθετικό σώμα, θεωρείται ως η κατεξοχήν έκφραση της λαϊκής βούλησης, καθώς τα μέλη της εκλέγονται άμεσα από τους πολίτες.

Απόρροια της ανωτέρω αρχής είναι το δικαίωμα της Επιτροπής θεσμών και Διαφάνειας της ΒτΕ να καλεί σε ακρόαση δικαστές και άλλους δικαστικούς λειτουργούς για να εξετάσει θέματα που σχετίζονται με τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την εφαρμογή των νόμων και τη διαφάνεια στη δικαστική διαδικασία. Αυτό το δικαίωμα απορρέει από τη γενική αρμοδιότητά της να ελέγχει και να επιβλέπει τους θεσμούς του κράτους.

Οι ακροάσεις αυτές στοχεύουν:
• Στη διασφάλιση της διαφάνειας στη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας.
• Στην ενίσχυση της λογοδοσίας των δικαστικών λειτουργών.
• Στην προαγωγή της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα.
• Στη διερεύνηση καταγγελιών ή υποθέσεων που εγείρουν ζητήματα διαφάνειας και δεοντολογίας.

Η κλήση σε ακρόαση των ανωτέρω εισαγγελικών λειτουργών δεν προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αφού αφενός μεν αφορά στη διαφάνεια της δικαστικής λειτουργίας και την κατά τα ανωτέρω γενική αρμοδιότητα της Βουλής να επιβλέπει όλους τους θεσμούς του κράτους, αλλά κι αφετέρου δεν κατατείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της δικαστικής κρίσης ή της παρέμβασης σε αυτήν, δεδομένου ότι ούτε εκκρεμής δικαστική διαδικασία υφίσταται, αλλά ούτε και τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου υπάρχει.

Προσθέτουμε ότι ο ελληνικός λαός και εμείς ως εκλεγμένοι εκπρόσωποί του έχουμε δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ να λάβουμε γνώση του περιεχομένου των ανωτέρω δύο εισαγγελικών εγγράφων και των σχετικών εγγράφων της δικογραφίας.

Τονίζουμε ότι η μυστικότητα της προδικασίας αφορά τη διεξαγωγή αυτής και δεν ισχύει μετά το πέρας της σχετικής εισαγγελικής έρευνας. Αντιθέτως η μελέτη των σχετικών νομικών επιχειρημάτων του πορίσματος του κ. Ζήση και της σχετικής διάταξης της κ. Αδειλίνη είναι απολύτως αναγκαία για την ενημέρωσή μας και για την αξιολόγηση των στοιχείων που παρατίθενται σε αυτές.

Η άποψη ότι οι εισαγγελικές διατάξεις των δύο εισαγγελικών λειτουργών συνιστούν δικαστικές αποφάσεις και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε έλεγχο από την Επιτροπή μας είναι εσφαλμένη επειδή αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Ειδικότερα η εισαγγελική πράξη αρχειοθέτησης μιας δικογραφίας δεν συνιστά δικαστική απόφαση, αλλά μια προσωρινή εισαγγελική κρίση που μπορεί να ανακληθεί και σε κάθε περίπτωση εμείς δεν ελέγχουμε την εισαγγελική κρίση, αλλά ζητούμε να ενημερωθούμε για το περιεχόμενο αυτής και να αξιολογήσουμε τα στοιχεία-νομικά επιχειρήματα που καταγράφονται σε αυτά τα δύο έγγραφα.

Προσθέτουμε ότι εφόσον τα νομικά επιχειρήματα κριθούν ανεπαρκή, κάθε πολίτης, αλλά και η Επιτροπή μας έχει δικαίωμα να ασκήσει την κριτική του. Προϋπόθεση για την αποδοχή μιας προσωρινής κρίσης όπως είναι οι ανωτέρω δύο εισαγγελικές κρίσεις αποτελεί η γνώση του περιεχομένου αυτών και η μελέτη των νομικών επιχειρημάτων.

Η τήρηση της διαφάνειας προϋποθέτει αυτό ακριβώς την ενημέρωση για το περιεχόμενο των δύο εγγράφων. Το ΔΤ της εισαγγελέως κ. Αδειλίνη δεν συνιστά ενημέρωση για το ακριβές περιεχόμενο των διατάξεων.

Εμείς μάθαμε ότι υπάρχουν δύο εισαγγελικά έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων παραμένει άγνωστο.

Η άρνηση της πλειοψηφίας να κληθούν οι δύο εισαγγελικοί λειτουργοί και να διαβιβασθούν στην Επιτροπή μας και τα έγγραφα της δικογραφίας συνιστά συγκάλυψη και περιφρόνηση του θεμελιώδους δικαιώματος ενημέρωσης για το ζήτημα των υποκλοπών.

Με δεδομένο ότι το Ευρωκοινοβούλιο έχει ήδη καταδικάσει τη χώρα μας μεταξύ άλλων και για το ζήτημα των υποκλοπών, το νέο γεγονός ότι υπάρχει μια εισαγγελική κρίση, η οποία όμως δεν δίνεται στη δημοσιότητα, προκαλεί μία πρόσθετη σοβαρή παραβίαση του Κράτους Δικαίου στη χώρα μας.

Ως εκ τούτου, κ. Πρόεδρε, πρέπει να καλέσετε άμεσα αυτούς τους δύο εισαγγελικούς λειτουργούς και να διαβιβάσετε στην Επιτροπή μας τη σχετική δικογραφία».