"Πολιτικό κόστος ευκαιρίας", άρθρο του Στέλιου Πέτσα στην Κυριακάτικη Απογευματινή
Opinions
Η θεµελιώδης έννοια του κόστους ευκαιρίας (opportunity cost) στα οικονοµικά

Επί διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη υπερβαίνουµε µε συνέπεια τους δηµοσιονοµικούς στόχους, καθώς τα πρωτογενή πλεονάσµατα υπερβαίνουν κατά δισ. ευρώ τα ποσά που είχαν προϋπολογιστεί. Ως αποτέλεσµα της συνετής δηµοσιονοµικής διαχείρισης, της αύξησης του ονοµαστικού ΑΕΠ µε ρυθµό µεγαλύτερο από το ονοµαστικό επιτόκιο που πληρώνουµε για την εξυπηρέτηση του χρέους µας, αλλά και του πληθωρισµού, το δηµόσιο χρέος στην Ελλάδα αποκλιµακώθηκε εντυπωσιακά κατά περίπου 50 ποσοστιαίες µονάδες του ΑΕΠ από τη χρονιά της πανδηµίας µέχρι το 2024. Επίδοση που συνέβαλε στην εµπέδωση της εµπιστοσύνης για τις οικονοµικές προοπτικές της πατρίδας µας και που σφραγίστηκε µε την ανάκτηση της επενδυτικής βαθµίδας από όλους τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Πέραν των δηµοσιονοµικών επιδόσεων υπάρχει ένα άυλο, αλλά καθοριστικό µέγεθος για ανάκτηση και εµπέδωση της εµπιστοσύνης: η πολιτική σταθερότητα. Η Ελλάδα απέκτησε ξανά σταθερή και µονοκοµµατική κυβέρνηση από το 2019 µε την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Ν.∆. Σε αντίθεση µε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, που σέρνονται σε πολλαπλές εκλογικές αναµετρήσεις, ή αναλώνουν χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο σε επώδυνους προγραµµατικούς συµβιβασµούς, που τελικά αποδεικνύονται αναποτελεσµατικοί.
Πώς συνδέεται η πολιτική σταθερότητα -που πρέπει να διατηρήσουµεµε την υπέρβαση των δηµοσιονοµικών στόχων που προαναφέρθηκαν; Θεµελιώδης στα οικονοµικά είναι η έννοια του κόστους ευκαιρίας (opportunity cost). Είναι το κόστος που προκύπτει από τη θυσία ενός αγαθού, για παραγωγή κάποιου άλλου, ή, εναλλακτικά, το κόστος που προκύπτει από την πραγµατοποίηση µιας συναλλαγής, ή µιας επένδυσης σε σχέση µε το διαφυγόν κέρδος που θα προέκυπτε από µία άλλη πιο συµφέρουσα συναλλαγή ή επένδυση. Πιστεύω ότι η καλύτερη επένδυση αυτή τη στιγµή για την πατρίδα µας είναι στην πολιτική σταθερότητα µέσα σε περιβάλλον τεράστιων εξωτερικών απειλών. Και αυτή η επένδυση στην πολιτική σταθερότητα, σε περιβάλλον κατακερµατισµένης, ανυπόληπτης και σε κάποιες περιπτώσεις τοξικής και επικίνδυνης αντιπολίτευσης, έχει ονοµατεπώνυµο: Κυριάκος Μητσοτάκης. Κάθε ευρώ λοιπόν που υπερβαίνει τον στόχο του Προϋπολογισµού δεν θα πρέπει να κατευθύνεται συλλήβδην στην ταχύτερη αποπληρωµή του δηµόσιου χρέους, αλλά να υπηρετεί και τον στόχο της πολιτικής σταθερότητας.
Το 2024, που έκλεισε µε υπέρβαση του στόχου πρωτογενούς πλεονάσµατος κατά 2,5 δισ. ευρώ, θα µπορούσε το µεγαλύτερο ποσόν να µειώσει περαιτέρω το χρέος, αλλά περίπου 1 δισ. ευρώ να είχε δαπανηθεί για αντιµετώπιση αναγκών µεγάλων κοινωνικών οµάδων, ή σοβαρών ζητηµάτων που συνιστούν τροχοπέδη στην ταχύτερη και βιώσιµη οικονοµική ανάπτυξη. Τέτοια παραδείγµατα θα ήταν η εφάπαξ καταβολή των αναδροµικών για επικουρικές συντάξεις και ∆ώρα στους συνταξιούχους, ή ένα ακόµη πιο γενναίο πρόγραµµα για αντιµετώπιση του προβλήµατος της στέγης, ή η ανάληψη ενός µεγάλου προγράµµατος επενδύσεων για αντιπληµµυρική θωράκιση έναντι των συνεπειών της κλιµατικής αλλαγής. Όλα αυτά, αν είχαν γίνει, θα ενίσχυαν τη συσπείρωση γύρω από τον πρωθυπουργό, ως αντίβαρο στις διαρροές που απειλούν την πολιτική σταθερότητα. Ας ελπίσουµε ότι ανάλογες ευκαιρίες δεν θα χαθούν το επόµενο χρονικό διάστηµα µέχρι τις εθνικές εκλογές. Γιατί η πολιτική αστάθεια θα είναι καταστροφική, όχι µόνο για τις δηµοσιονοµικές επιδόσεις, αλλά και για την πατρίδα µας.
*Βουλευτής Αν. Αττικής µε τη Ν.∆.