Πολύ πριν οι ΗΠΑ διά στόµατος του ίδιου του προέδρου τους έφταναν να αµφισβητούν το ΝΑΤΟ, η Συµµαχία αποτέλεσε ένα πολύτιµο εργαλείο για να χρησιµοποιηθεί ως ο πλέον αποτελεσµατικός µοχλός για την υλοποίηση των αµερικανικών γεωστρατηγικών επιδιώξεων και τη διατήρηση της αµερικανικής ηγεµονίας παγκοσµίως ή τουλάχιστον στον δυτικό κόσµο. Η αµερικανική πολιτική µετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο εδραζόταν στη γεωπολιτική θεωρία του Nicolas Spykman: «Όποιος ελέγχει το Rimland (ανασχετικός δακτύλιος), ελέγχει την Ευρασία. Όποιος εξουσιάζει την Ευρασία, ελέγχει το πεπρωµένο του κόσµου». Το πιθανότερο είναι να µην έχει αλλάξει αυτό το σκεπτικό ούτε επί Τραµπ, απλώς ο νέος πρόεδρος έχει µία άλλη κοσµοαντίληψη, µε κύρια προτεραιότητα την αναχαίτιση της Κίνας. Μέχρι τον «τυφώνα» Τραµπ η γεωστρατηγική αντίληψη των Αµερικανών στην Ευρώπη µέχρι τη Μέση Ανατολή εδραζόταν στην εργαλειοποίηση του ΝΑΤΟ. Πριν από την άνοδό του στην εξουσία, όπου η δεύτερη θητεία του φαίνεται να σηµατοδοτεί µία ιστορική τοµή στις διεθνείς σχέσεις και τη µεταπολεµική τάξη πραγµάτων, οι Αµερικανοί στρατηγιστές επεδίωκαν τον ρόλο του παγκόσµιου χωροφύλακα για τις ΗΠΑ, µε σκοπό να διατηρηθεί η αµερικανική στρατιωτική υπεροχή ανά τον υπόλοιπο κόσµο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας από τη διάλυση της ΕΣΣ∆ µέχρι τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου 2001 οι ΗΠΑ αναζητούσαν τρόπους για να εκφοβίσουν όσους τους αντιτίθενται.

Μετά την 11η Σεπτεµβρίου, λοιπόν, ο Thomas P.M. Barnett (Αµερικανός στρατιωτικός γεωστρατηγιστής και πρώην κύριος αναλυτής στη Wikistrat), µε το βιβλίο του «Ο Νέος Χάρτης του Πενταγώνου: Πό λεµος και Ειρήνη στον 21ο αιώνα» («The Pentagon’s New Map: War and Peace in the Twenty-First Century»), υποστήριζε ότι για να διατηρήσουν την ηγεµονία τους πάνω από τον κόσµο, οι ΗΠΑ έπρεπε να «αναλάβουν το έργο της φωτιάς». Πρέπει κατ’ αρχάς να τον χωρίσουν στα δύο. Από τη µία πλευρά τα «σταθερά κράτη» (µέλη του G8 και του ΝΑΤΟ), από την άλλη ο υπόλοιπος κόσµος ως µια ενιαία δεξαµενή φυσικών πόρων. Σε αντίθεση µε τους προκατόχους του, ο Barnett δεν θεωρούσε πλέον την πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους ως ζωτικής σηµασίας για την Ουάσινγκτον, αλλά ισχυριζόταν ότι θα ήταν προσβάσιµοι για τα «σταθερά κράτη» µόνο µέσω των υπηρεσιών των ενόπλων δυνάµεων των ΗΠΑ. Σε κάθε περίπτωση ο στρατός των ΗΠΑ και οι στρατοί συµµαχικών κρατών του ΝΑΤΟ, των τουλάχιστον στενά συνδεδεµένων µε τις ΗΠΑ, θα ήταν αυτοί που θα επέβαλλαν την αµερικανική πολιτική στα κράτη-στόχους.



∆ΕΞΑΜΕΝΗ ΠΟΡΩΝ

Ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο να καταστραφούν συστηµατικά όλες οι κρατικές δοµές σε αυτή τη δεξαµενή πόρων, έτσι ώστε κανείς δεν θα µπορούσε ποτέ να αντιταχθεί στη βούληση της Ουάσινγκτον ούτε να διαπραγµατευτεί άµεσα µε τα «σταθερά κράτη». Θα έπρεπε τότε, κατά τον Barnett, να καταστραφούν ορισµένα ανθεκτικά κράτη, να τα ξαναφέρει στο χάος και να τα ανοικοδοµήσει σύµφωνα µε νέους νόµους. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη διάλυση του Συµφώνου της Βαρσοβίας, οι ΗΠΑ, κοσµοκράτορας και παγκόσµια κυρίαρχος, εφάρµοσε πλήρως τη γεωστρατηγική ατζέντα της στην Ευρώπη και στη ΜΕΝΑ (Middle East North Africa). Οι ΗΠΑ, µε τις στρατιωτικές βάσεις τους σε ολόκληρη την Ευρώπη και µε την ένταξη στο ΝΑΤΟ των περισσότερων κρατών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που ευρίσκονται δυτικά της Ρωσίας, κατόρθωσαν να ελέγξουν πλήρως τις γεωπολιτικές εξελίξεις ολόκληρης της Ευρώπης. Βέβαια, ο έλεγχος της Ευρώπης είχε ξεκινήσει µετά το τέλος του πολέµου. Οι ηγέτες των ΗΠΑ φρόντισαν και µέσα από το ΝΑΤΟ να αφαιρέσουν εκ των προτέρων από τους κατεστραµµένους µεταπολεµικά Ευρωπαίους κάθε δυνατότητα και προοπτική αυτεξούσιας πορείας. Τους έδεσαν στη Συµµαχία υπό τον απόλυτο έλεγχό τους. Ο Μπρεζίνσκι, ο θεωρητικός της «Μεγάλης Σκακιέρας», η θεωρία του οποίου για την Ουκρανία είναι η «βίβλος» του «κόµµατος του πολέµου», θεωρούσε την ΕΕ προτεκτοράτο των ΗΠΑ. Επειδή δεν είχε όπλα. ∆ικά της όπλα για αντίσταση στις πιέσεις εχθρών και φίλων. Η Ευρώπη δεν µπορούσε να πει «όχι» τότε.

Τώρα η Γηραιά Ήπειρος έφτασε να εξετάζει τον αµυντικό απογαλακτισµό από τις ΗΠΑ και τον µαζικό επανεξοπλισµό της, µετά τα σαφή µηνύµατα που είχε από τη διοίκηση Τραµπ. Εκτός των ΗΠΑ, δύο χώρες του ΝΑΤΟ διαθέτουν πυρηνικά όπλα (Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία) και µία µόλις χώρα της ΕΕ, µε τον Μακρόν να δηλώνει πρόθυµος να καλύψει η γαλλική πυρηνική οµπρέλα την Ευρώπη, όταν η Γαλλία διαθέτει µόλις 290 πυρηνικές κεφαλές και οι ΗΠΑ 5.000! Σε ό,τι αφορά τη Γερµανία, αυτή δεν ανοικοδοµήθηκε από τα ερείπια επειδή οι Γερµανοί είναι δουλευταράδες, αλλά επειδή οι Αµερικανοί είχαν υποχρεώσει τους Ευρωπαίους να πληρώσουν την οικονοµική ανασυγκρότηση της (∆υτικής) Γερµανίας για να υπάρχει φράγµα στη Ρωσία (τότε ΕΣΣ∆), όπως προαναφέραµε. Και ήταν οι ίδιοι οι Αµερικανοί που δεν επέτρεπαν στη Γερµανία να δηµιουργήσει ισχυρή αµυντική υποδοµή, ώστε να εξαρτάται η άµυνα και η ασφάλειά της αποκλειστικά και µόνο από το ΝΑΤΟ και από τις εκατοντάδες χιλιάδες Αµερικανούς στρατιώτες που ήταν εγκατεστηµένοι στο έδαφός της (επιτρεπόταν να έχει συγκεκριµένο αριθµό βαρέων όπλων, αεροσκαφών, πολεµικών πλοίων και υποβρυχίων. Και µάλιστα σε τέτοιο βαθµό που η πραγµατική της αποτρεπτική ισχύς να είναι στο 10%-20% των οπλικών συστηµάτων της).



ΕΤΣΙ ΦΥΤΡΩΣΕ

Για να επανέλθουµε στην ιστορία του ΝΑΤΟ, η Συµµαχία συνέβαλε και στην πραγµάτωση της Ενωµένης Ευρώπης. Όχι αυτής που θα ήθελαν ίσως οι «προπάτορές» της, ο Ζαν Μονέ και ο Ρόµπερτ Σουµάν, αλλά η Ευρώπη που ήθελε ο νικητής και κυρίαρχος Αµερικανός. Ήταν εύκολο για δύο λόγους: Ο ένας είναι η Γιάλτα. Η Ευρώπη στα δύο µε δύο αφεντάδες. Ούτε επαναστάσεις, ούτε γάτα, ούτε ζηµιά. Ο άλλος λόγος είναι ότι η Ευρώπη ήταν κατεστραµµένη, αλλά οι κυρίαρχες ελίτ στην ήπειρο ήταν παρούσες, ως φυσική παρουσία και ως υπαρκτή περιουσία, που χρησιµοποίησαν οι ΗΠΑ και αυτοί το εκµεταλλεύτηκαν, αποδεικνύοντας ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Ήταν αυτή η αδύναµη Ευρώπη, οι περισσότερες χώρες της οποίας επέλεξαν να παραδώσουν το ύψιστο καθήκον της άµυνας και της ασφάλειας στους Αµερικανούς, οι οποίοι µετέτρεψαν το ΝΑΤΟ στην κύρια εργαλειοθήκη της αµερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Για να καταλάβουµε πώς ακριβώς, να αναφέρουµε τους πολέµους στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, τους βοµβαρδισµούς στη Γιουγκοσλαβία και, τέλος, την κατ’ ευφηµισµόν επονοµαζόµενη «Αραβική Άνοιξη», δηλαδή τον αραβικό χειµώνα και την ολική καταστροφή της Λιβύης και της Συρίας. Πρόκειται για τη σκοτεινή πλευρά του ΝΑΤΟ.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή