Σήµερα Παρασκευή ο Έλληνας πρωθυπουργός, κ. Μητσοτάκης, θα µπορούσε πριν να µεταβεί στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Οµάδας του κόµµατός του να έστελνε ένα µήνυµα προς την Ουάσινγκτον ότι επιθυµεί να έχει µια σύντοµη συνοµιλία µε τον πρόεδρο Τραµπ. Μάλιστα θα µπορούσε να χρησιµοποιήσει ως επιχείρηµα του επείγοντος της κλήσης του τη δήλωση της εκπροσώπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, αµέσως µετά την κήρυξη της «Ηµέρας Ανεξαρτησίας» των ΗΠΑ σύµφωνα µε την οποία: «Σίγουρα ο πρόεδρος είναι πάντα έτοιµος να δεχθεί ένα τηλεφώνηµα, πάντα έτοιµος για µια καλή διαπραγµάτευση». Εξερχόµενος ο πρωθυπουργός από την ενδιαφέρουσα συνεδρίαση µε τους βουλευτές του και επιστρέφοντας στο γραφείο του θα µπορούσε να έχει µια συνοµιλία µε τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Σε αυτήν θα εξηγούσε στον Ντ. Τραµπ ότι οι δασµοί της τάξης του 20% σε βάρος των ελληνικών προϊόντων, βασικά κρασί, λάδι, κοµπόστες ή ελιές, είναι άδικοι. Και τούτο επειδή οι ελληνικές εξαγωγές προς ΗΠΑ κινούνται σε 2,4 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές αµερικανικών προϊόντων στην Ελλάδα σε 2,1 δισ. ευρώ. Η απόκλιση είναι πολύ µικρή και πολύ εύκολα µπορεί να καλυφθεί στη βάση της ενίσχυσης του εµπορίου µεταξύ των δύο χωρών.

Πέραν αυτών, ο κ. Μητσοτάκης θα µπορούσε να θυµίσει στον πρόεδρο Τραµπ ότι η Ελλάδα υπερκαλύπτει τις υποχρεώσεις της στο ΝΑΤΟ, µε στρατιωτικές δαπάνες πάνω από το 2% του ΑΕΠ. Θα µπορούσε, εξάλλου, να µιλήσει για τη διµερή στρατηγική συµφωνία µεταξύ των δύο χωρών, την ενεργειακή συνεργασία µε την παρουσία των δύο αµερικανικών κολοσσών στις ζώνες οικονοµικής εκµετάλλευσης της Ελλάδας, πέραν του λιµανιού της Αλεξανδρούπολης, όπως και τον σηµαίνοντα ρόλο των κρατικών αναπτυξιακών ταµείων στην επαναλειτουργία των ελληνικών ναυπηγείων. Πέραν αυτών, θα µπορούσε να γίνει λόγος για τις υψηλές προσδοκίες των Ελλήνων από την αµερικανική συνεργασία στους τοµείς όχι πλέον µόνον των όπλων, αλλά της καινοτοµίας, των τεχνολογιών, του πρωτογενούς τοµέα, της παιδείας και της επιστήµης, του πολιτισµού, φυσικά της ναυτιλίας και των εφοδιαστικών αλυσίδων, µιλώντας γενικότερα για την αναγκαία εξαίρεση για ανθρωπιστικούς λόγους της φαρµακοβιοµηχανίας και της έρευνας από τον εµπορικό πόλεµο. Η συνοµιλία δεν θα κρατούσε παραπάνω από 20 λεπτά και το εξόχως πιθανόν είναι ότι η Ελλάδα θα εξαιρείτο από τον πόλεµο των δασµών. Θα σχηµατιζόταν µια κοινή Ελληνοαµερικανική task force για να εξετάσει τους τοµείς και τις διαδικασίες της επέκτασης και του πλάνου της διµερούς συνεργασίας και θα ακολουθούσαν οι σχετικές ανακοινώσεις από την Ουάσινγκτον και την Αθήνα για την αναβαθµισµένη εµπορική συµφωνία που εξαιρεί την Ελλάδα από τον εµπορικό πόλεµο ΗΠΑ - Ευρώπης. Όλα αυτά δεν µπορούν να συµβούν ή τουλάχιστον δεν µπορούν να εξελιχθούν µε την ίδια ένταση και αποτελεσµατικότητα, σήµερα Παρασκευή. Γιατί η Ελλάδα δεν υπάρχει. Τουλάχιστον αυθύπαρκτη.

Η Ελλάδα είναι Ευρώπη. Και στα θέµατα οικονοµίας και εµπορίου είναι αναγκασµένη να ακολουθήσει τις κοινές αποφάσεις των Βρυξελλών. Άλλωστε, και οι δασµοί που θα υποστεί είναι αποτέλεσµα της ιδιότητας του µέλους στην ευρωπαϊκή λέσχη. Η ίδια δεν κερδοσκόπησε σε βάρος των ΗΠΑ. ∆εν έχει σηµαντικά ελλείµµατα στο εµπορικό της ισοζύγιο. Αλλά όλα αυτά δεν παίζουν ρόλο, αφού οι Βρυξέλλες θα αποφασίσουν και όχι η Αθήνα. Και µπορεί η Αθήνα να έχει ευχέρεια τοποθέτησης στις συνεδριάσεις των κεντρικών οργάνων της Ευρώπης, αλλά όχι δεσπόζοντα λόγο στις αποφάσεις όπως οι κεντρικές δυνάµεις που σηµειώνουν τα µεγάλα ελλείµµατα στο εξωτερικό τους εµπόριο κερδοσκοπώντας. Ακόµη και αν η Ουάσινγκτον προτείνει διµερείς συνοµιλίες µε όλους, η ενιαία Ευρώπη δεν επιτρέπει στα έθνη να συζητήσουν προς το συµφέρον των λαών τους, επειδή -θεωρητικάόλοι µαζί είµαστε πιο ισχυροί. Πρακτικά είµαστε, δυστυχώς, εγκλωβισµένοι...

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή» στις 4/04/2025