Η αυτοκτονία αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου για την ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της πανευρωπαϊκής έρευνας για τη συμπεριφορά των μαθητών, την οποία συντονίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ). Το δεύτερο συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι ένας στους τέσσερις εφήβους στην Ελλάδα ζει με πρόβλημα ψυχικής υγείας. Αυτά είναι τα ανησυχητικά δεδομένα που αποκαλύπτει σήμερα στα «Παραπολιτικά» ο επικεφαλής του Γραφείου του ΠΟΥ στην Ελλάδα για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών, δρ. Ζοάο Μπρέντα, ο οποίος υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι η ψυχική υγεία των παιδιών και των νέων είναι θεμέλιο για την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα κάθε κοινωνίας.

Πόσο έχει επηρεαστεί η ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων τα τελευταία χρόνια, όπως προκύπτει από τις μελέτες που έχουν διενεργηθεί μετά την πανδημία του νέου κορονοϊού, η οποία αποτέλεσε μια πρωτόγνωρη εμπειρία ακόμα και για τους ενηλίκους;

Τα δεδομένα από την έρευνα «Health Behaviors in School-Aged Children» (HBSC), που υλοποιείται από συνεργατικό δίκτυο του ΠΟΥ σε 44 χώρες, μας επιτρέπουν να αναλύσουμε εις βάθος τον τρόπο με τον οποίο η πανδημία της νόσου COVID-19 επηρέασε την ψυχική υγεία των νέων σε διεθνές επίπεδο. Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα περιοριστικά μέτρα -όπως η κοινωνική αποστασιοποίηση, το κλείσιμο των σχολείων και η απομόνωση- είχαν σημαντικό αντίκτυπο στην ψυχική τους υγεία. Η εικόνα είναι μικτή: περίπου το ένα τρίτο των ερωτηθέντων (30%) ανέφερε ότι τα παραπάνω μέτρα το επηρέασαν αρνητικά, ένα τρίτο (32%) δήλωσε ότι η ψυχική του υγεία επηρεάστηκε θετικά, ενώ οι υπόλοιποι δεν ανέφεραν κάποια ιδιαίτερη μεταβολή. Ωστόσο, η συνολική αποτίμηση δείχνει ότι η πανδημία επηρέασε αρνητικά την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα κορίτσια, καθώς και παιδιά από πιο ευάλωτα κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα επηρεάστηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό. Επιπλέον, ήδη από το 2010 παρατηρείται σταθερή αύξηση του αριθμού των παιδιών και εφήβων που ζουν με ψυχικές διαταραχές στην ευρωπαϊκή περιφέρεια του ΠΟΥ. Εκτιμάται ότι ένας στους πέντε εφήβους ηλικίας 15 έως 19 ετών ζει με κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας, ενώ η αυτοκτονία αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου για την ηλικιακή ομάδα 15 έως 29 ετών. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά είναι ακόμα υψηλότερα: ένας στους τέσσερις νέους ηλικίας 15-19 ετών (25%) εκτιμάται ότι αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας.
Κάθε παιδί και κάθε νέος άνθρωπος πρέπει να έχει πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας φροντίδα, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής ή κοινωνικής κατάστασης

Υπάρχουν λύσεις, άμεσα εφαρμόσιμες, για την αντιμετώπιση αυτής της τόσο ανησυχητικής κατάστασης, η οποία σοβεί σε τόσο νέους συνανθρώπους μας;

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι κάθε παιδί και κάθε νέος άνθρωπος πρέπει να έχει πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας φροντίδα ψυχικής υγείας, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής ή κοινωνικής κατάστασης. Τα νέα πρότυπα ποιότητας αποτελούν έναν ολοκληρωμένο «οδικό χάρτη», με στόχο τη βελτίωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας παιδιών και νέων. Περιλαμβάνουν 12 πρότυπα, οργανωμένα σε οκτώ βασικούς θεματικούς άξονες.

Ποια είναι τα βασικά μέτρα που προτείνετε για τα κράτη-μέλη; Εάν ζητούσε κανείς τρεις βασικές προτεραιότητες, ποιες θα αξιολογούσατε ως τέτοιες;

Οι τρεις βασικές προτεραιότητες που προτείνουμε στα κράτη-μέλη είναι:

  • Επένδυση στη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για παιδιά και νέους. Οι νέοι είναι το μέλλον μας και είναι κρίσιμο να ενισχύσουμε την ευημερία τους, ώστε να οικοδομήσουμε κοινωνίες ανθεκτικές και έτοιμες να ανταποκριθούν σε μελλοντικές προκλήσεις.
  • Αυτοαξιολόγηση των υπηρεσιών με βάση τα πρότυπα ποιότητας και προτεραιοποίηση τομέων για βελτίωση - είτε αυτό σημαίνει ενίσχυση της συμμετοχής των νέων είτε ανάπτυξη πρωτοκόλλων βασισμένων σε επιστημονικά δεδομένα είτε καλύτερη υποστήριξη του προσωπικού.
  • Ανάπτυξη πρακτικών βελτίωσης, όπως η σύσταση ομάδων εργασίας που απαρτίζονται από νέους, η κατάρτιση προσωπικού για την υποστήριξη της μετάβασης σε υπηρεσίες ενηλίκων ή εκπαίδευση επαγγελματιών στην εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Ολες οι παρεμβάσεις θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αξιολογούνται, ώστε να προσαρμόζονται αποτελεσματικά όπου χρειάζεται.

Πώς ενδυναμώνουν αυτά τα νέα πρότυπα τόσο τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας όσο και το κοινό και με ποιους τρόπους μπορούν να ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας;

Τα πρότυπα αυτά δεν απευθύνονται μόνο στους ειδικούς - αφορούν άμεσα τα ίδια τα παιδιά, τους νέους και τις οικογένειές τους. Συγκεκριμένα, στοχεύουν στην ενδυνάμωση των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, παιδιών και νέων, καθώς τους επιτρέπουν να κατανοήσουν τι συνιστά ποιοτική φροντίδα, να συμμετέχουν ενεργά στη θεραπεία τους, να ενημερώνονται και να παρέχουν ανατροφοδότηση. Με αυτόν τον τρόπο γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν και να λαμβάνουν τη φροντίδα που τους αξίζει.

Γιατί δίνεται τόσο μεγάλη έμφαση στη φροντίδα σε κοινοτικές και εξωνοσοκομειακές δομές και πώς διαφέρει αυτή η προσέγγιση από τα παραδοσιακά μοντέλα παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας;

Η ευρωπαϊκή περιφέρεια του ΠΟΥ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σημαντική πρόκληση. Τα περισσότερα παιδιά και οι νέοι δεν καταφέρνουν να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας που χρειάζονται. Αυτό οφείλεται, κατά κύριο λόγο, σε γεωγραφικούς περιορισμούς, καθώς και στον τρόπο παροχής φροντίδας, η οποία συχνά δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των νέων. Επιπλέον, το στίγμα συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο. Τα παραδοσιακά μοντέλα βασίζονται κατά κύριο λόγο στην ενδονοσοκομειακή περίθαλψη, η οποία δεν είναι εύκολα προσβάσιμη στους νέους, ενώ πολλές φορές μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και αποτρεπτικά στην αναζήτηση βοήθειας. Αντίθετα, η κοινοτική και εξωνοσοκομειακή φροντίδα παρέχεται σε ένα περιβάλλον πιο οικείο και προσβάσιμο.


*Δημοσιεύτηκε στα «Παραπολιτικά»