ΕΠΙΨΥ: Μόλις το 13,6% των Ελληνόπουλων επιδίδεται τουλάχιστον για μία ώρα σε φυσική δραστηριότητα
Πολύ πίσω από τους διεθνείς μέσους όρους
"Αγαλματάκια, ακούνητα, αμίλητα" οι νέοι και οι νέες, ηλικίας 11 έως 15 ετών, σύμφωνα με έρευνα του ΕΠΙΨΥ

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, την οποία διενήργησε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής και Ιατρικής Ακριβείας “Κώστας Στεφανής” για την Ελλάδα και αφορά την φυσική δραστηριότητα εκ μέρους των εφήβων και των νέων, μόνο το 13,6% των εφήβων 11-15 ετών στην Ελλάδα πληροί τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) για τουλάχιστον 60 λεπτά φυσικής δραστηριότητας καθημερινά. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από το διεθνή μέσο όρο (20%), κατατάσσοντας τη χώρα μας στην 40ή θέση μεταξύ 43 χωρών.
Οι διαφορές μεταξύ των φύλων είναι ιδιαίτερα εμφανείς, καθώς σχεδόν υποδιπλάσιο ποσοστό κοριτσιών (9,5%) εμφανίζονται να κάνουν επαρκή φυσική δραστηριότητα σε σχέση με τα αγόρια (18,1%). Διαφορές παρατηρούνται και ως προς την ηλικία, με τους 15χρονους να καταγράφουν χαμηλότερα ποσοστά επαρκούς φυσικής δραστηριότητας (11,9%) από τους 11χρονους (16,3%).
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους τρεις εφήβους (30,4%) κατηγοριοποιείται ως σωματικά ανενεργός, κάνει, δηλαδή, λιγότερες από τρεις ημέρες την εβδομάδα επαρκή φυσική δραστηριότητα.
Το ποσοστό της Ελλάδας σε αυτόν το δείκτη είναι υψηλότερο από το διεθνή μέσο όρο (24%) καταδεικνύοντας την ανάγκη για ενίσχυση των παρεμβάσεων για την προαγωγή της φυσικής δραστηριότητας στον πληθυσμό αυτόν. Τα κορίτσια (37,1%) είναι πιο πιθανό να είναι σωματικά ανενεργά σε σύγκριση με τα αγόρια (22,9%), ενώ η σωματική αδράνεια αυξάνεται με την ηλικία, φτάνοντας το 36,5% στους 15χρονους. Σημασία φαίνεται να έχει και το οικονομικό επίπεδο, καθώς οι έφηβοι από οικογένειες χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά σωματικής αδράνειας (41,0%).
Παρά τη μείωση που είχε παρατηρηθεί το 2018, αυξημένο εμφανίστηκε το 2022 το ποσοστό των εφήβων 11-15 ετών που είναι σωματικά ανενεργοί. Παράλληλα, ένας στους τέσσερις εφήβους
(24,1%) αναφέρει ότι περνά μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου του καθιστός ή ξαπλωμένος⎯με τη συνήθεια αυτή να εντείνεται με την ηλικία, από 14,9% στους 11χρονους σε 30,1% στους 15χρονους.
Επιπλέον, 6,4% των εφήβων αναφέρουν ότι στην περιοχή που ζουν δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε χώρους για άσκηση, με τους εφήβους από οικογένειες χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου να πλήττονται περισσότερο.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας HBSC/WHO στο ΕΠΙΨΥ, Τάσο Φωτίου, «ήδη σημαντικά από μόνα τους, τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να ιδωθούν σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα για τη διατροφή, την παχυσαρκία, αλλά και τη αυξημένη χρήση των οθονών, καθώς οι συμπεριφορές αυτές τείνουν να συνυπάρχουν στους εφήβους και αθροιστικά επιβαρύνουν σημαντικά τη σωματική και την ψυχοκοινωνική τους υγεία».
Σύμφωνα με τις απαντήσεις των εφήβων το 2022, οι περιορισμοί λόγω της πανδημίας του COVID-19 είχαν αρνητική επίδραση στη φυσική δραστηριότητα για το 41,2% εξ’ αυτών, ενώ μόνο το 24,4% ανέφεραν θετική επίδραση. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έφηβοι ανέφεραν σε υψηλότερο ποσοστό ότι η φυσική τους δραστηριότητα επηρεάστηκε αρνητικά από την πανδημία.
Όπως αναφέρει η επιστημονική υπεύθυνη της έρευνας κυρία Άννα Κοκκέβη, ομότιμη καθηγήτρια Ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθνών, τα παραπάνω ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη για την υποστήριξη από την Πολιτεία και την άμεση εφαρμογή τεκμηριωμένα αποτελεσματικών παρεμβάσεων που ενθαρρύνουν τη φυσική δραστηριότητα στα παιδιά σχολικής ηλικίας, με έμφαση στους μεγαλύτερους εφήβους, στα κορίτσια και στους εφήβους από χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Απαραιτήτως σε αυτό εμπλέκονται τα σχολεία, οι κατά τόπους επαγγελματίες προαγωγής της υγείας και οι Δήμοι, μέσω της ενίσχυσης των αθλητικών προγραμμάτων, τη βελτίωση των υποδομών για ασφαλή φυσική δραστηριότητα και άθληση σε δημόσιους χώρους (π.χ., πεζοδρόμια, ποδηλατόδρομοι και επαρκής φωτισμός σε πάρκα) και την ευαισθητοποίηση των γονέων και της κοινότητας συνολικά.
Οι διαφορές μεταξύ των φύλων είναι ιδιαίτερα εμφανείς, καθώς σχεδόν υποδιπλάσιο ποσοστό κοριτσιών (9,5%) εμφανίζονται να κάνουν επαρκή φυσική δραστηριότητα σε σχέση με τα αγόρια (18,1%). Διαφορές παρατηρούνται και ως προς την ηλικία, με τους 15χρονους να καταγράφουν χαμηλότερα ποσοστά επαρκούς φυσικής δραστηριότητας (11,9%) από τους 11χρονους (16,3%).
Υψηλό ποσοστό σωματικά ανενεργών εφήβων
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους τρεις εφήβους (30,4%) κατηγοριοποιείται ως σωματικά ανενεργός, κάνει, δηλαδή, λιγότερες από τρεις ημέρες την εβδομάδα επαρκή φυσική δραστηριότητα.Το ποσοστό της Ελλάδας σε αυτόν το δείκτη είναι υψηλότερο από το διεθνή μέσο όρο (24%) καταδεικνύοντας την ανάγκη για ενίσχυση των παρεμβάσεων για την προαγωγή της φυσικής δραστηριότητας στον πληθυσμό αυτόν. Τα κορίτσια (37,1%) είναι πιο πιθανό να είναι σωματικά ανενεργά σε σύγκριση με τα αγόρια (22,9%), ενώ η σωματική αδράνεια αυξάνεται με την ηλικία, φτάνοντας το 36,5% στους 15χρονους. Σημασία φαίνεται να έχει και το οικονομικό επίπεδο, καθώς οι έφηβοι από οικογένειες χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά σωματικής αδράνειας (41,0%).
Αύξηση της σωματικής αδράνειας και υψηλό ποσοστό καθιστικής ζωής
Παρά τη μείωση που είχε παρατηρηθεί το 2018, αυξημένο εμφανίστηκε το 2022 το ποσοστό των εφήβων 11-15 ετών που είναι σωματικά ανενεργοί. Παράλληλα, ένας στους τέσσερις εφήβους(24,1%) αναφέρει ότι περνά μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου του καθιστός ή ξαπλωμένος⎯με τη συνήθεια αυτή να εντείνεται με την ηλικία, από 14,9% στους 11χρονους σε 30,1% στους 15χρονους.
Επιπλέον, 6,4% των εφήβων αναφέρουν ότι στην περιοχή που ζουν δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε χώρους για άσκηση, με τους εφήβους από οικογένειες χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου να πλήττονται περισσότερο.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας HBSC/WHO στο ΕΠΙΨΥ, Τάσο Φωτίου, «ήδη σημαντικά από μόνα τους, τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να ιδωθούν σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα για τη διατροφή, την παχυσαρκία, αλλά και τη αυξημένη χρήση των οθονών, καθώς οι συμπεριφορές αυτές τείνουν να συνυπάρχουν στους εφήβους και αθροιστικά επιβαρύνουν σημαντικά τη σωματική και την ψυχοκοινωνική τους υγεία».